Θρομβοφιλία και χημικά τοξικά. Μύθος ή πραγματικότητα;


Είναι αλήθεια ότι την τελευταία 15ετία έχουν αυξηθεί τα κρούσματα οξείας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας και εγκεφαλικών όγκων σε μικρά παιδιά, τα κρούσματα αυτισμού και οι διαταραχές που σχετίζονται με υπερκινητικότητα και διάσπαση της προσοχής, τα περιστατικά σκλήρυνσης κατά πλάκας, οι διαταραχές που αφορούν στη γονιμότητα σε άνδρα και γυναίκα, οι γεννήσεις προώρων παιδιών και ο καρκίνος του μαστού, των όρχεων και του προστάτη. Τα αίτια αυτής της αύξησης, σε μεγάλο βαθμό δεν μπορούν να ερμηνευθούν, πλην όμως η έκθεση σε τοξικά  χημικά θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά, ως ένας σημαντικός γενεσιουργός παράγοντας.

Από τα τοξικά χημικά που έχουν ενοχοποιηθεί για την πρόκληση των παραπάνω βλαβών, περισσότερο γνωστά είναι οι διοξίνες, τα πολυχλωριωμένα διφενύλια (PCBs), τα οργανοχλωριωμένα παράγωγα εντομοκτόνων (DDEs), οι πολυαρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAHs), ο μεθυλιωμένος υδράργυρος, τα παράγωγα του μολύβδου, αλλά και πολλά άλλα, τα οποία έχουν εντοπισθεί και στο αίμα του ομφάλιου λώρου των νεογεννήτων. Τα παραπάνω τοξικά χημικά, βρίσκονται, δυστυχώς, όχι σπάνια, σε προϊόντα διατροφής, είδη καθημερινής χρήσης, σε εμφράξεις αμαλγαμάτων, υδραργυρικά θερμόμετρα και αλλού.

Έκθεση των εμβρύων, αλλά και των μικρών παιδιών στα ανωτέρω τοξικά χημικά, μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα υγείας, όχι μόνο στην παιδική ηλικία, αλλά και στην ενήλικη ζωή, ακόμη και σε επόμενες γενιές. Αυτό μπορεί να συμβεί μέσω ενός φαινομένου που ονομάζεται "επιγενετική κληρονομικότητα", δηλαδή της κληρονόμησης όχι φυσικών γονιδίων, αλλά γονιδίων που έχουν τροποποιηθεί από περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως είναι τα τοξικά χημικά.

 

Όσον αφορά στη συσχέτιση μεταξύ θρομβοφιλικών μεταλλάξεων και τοξικών χημικών, ως προς την πρόκληση κάποιων ασθενειών, η μόνη συζήτηση που μπορεί να γίνει αφορά στις μεταλλάξεις του γονιδίου MTHFR. Ορισμένες ιατρικές εργασίες πιθανολογούν τη συσχέτιση αυτή, ενώ άλλες όχι. Στις ασθένειες αυτές περιλαμβάνονται ο αυτισμός, οι διαταραχές ελλειμματικής προσοχής -υπερκινητικότητα, η σκλήρυνση κατά πλάκας, το σύνδρομο Down κ.ά. Πράγματι, βρέθηκε ότι οι ασθενείς σε σημαντικό ποσοστό έφεραν μεταλλάξεις του MTHFR ή είχαν αυξημένα τα επίπεδα ομοκυστεΐνης, τα οποία, όμως, οφείλονταν σε διαταραχές πρόσληψης του φολικού οξέος και των βιταμινών Β6 και Β12, χωρίς απαραίτητα την ύπαρξη των μεταλλάξεων του MTHFR. Όμως, ούτως ή άλλως η συχνότητα των μεταλλάξεων του MTHFR στο γενικό πληθυσμό είναι μεγάλη (>45% είναι ετεροζυγώτες). Σε σημαντικό ποσοστό, η συμπληρωματική χορήγηση αυτών των βιταμινών βελτίωσε την κλινική κατάσταση. Είναι γνωστό, επίσης, ότι ανεπάρκεια φολικού οξέος αποτελεί τη σπουδαιότερη αιτία γέννησης παιδιών με δισχιδή ράχη (βλάβη του νωτιαίου σωλήνα που είναι επέκταση του εγκεφάλου), γι’ αυτό και σε γυναίκες με παιδί με δισχιδή ράχη που θέλει να αποκτήσει και άλλο (υγιές), συνιστάται η χορήγηση μεγάλης δόσης φολικού οξέος πολύ πριν τη σύλληψη και στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Μία άλλη κρατούσα άποψη, θεωρεί την ευαισθησία στα τοξικά χημικά, ατόμων με μεταλλάξεις στο MTHFR, ως επακόλουθο της ελαττωμένης παραγωγής του ισχυρού αντιοξειδωτικού γλουταθειόνη. Τέλος, από αιματολογικής πλευράς, μόνο μεταλλάξεις του γονιδίου MTHFR που συνοδεύονται από αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης (υπερομοκυστεϊναιμία), θεωρούνται και αντιμετωπίζονται ως θρομβοφιλικοί παράγοντες.

 

Συμπερασματικά, η θρομβοφιλία στο σύνολό της δεν ενοχοποιείται για την εκδήλωση των ασθενειών που περιγράφηκαν παραπάνω.  Όμως, συγκεκριμένα για τις μεταλλάξεις του γονιδίου MTHFR, επειδή δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνέργεια τοξικών χημικών και του γονιδίου MTHFR μέσω της επιγενετικής κληρονομικότητας ή άλλου μηχανισμού, η επαγρύπνηση για την αποφυγή έκθεσης σε τοξικά χημικά, ιδιαίτερα στην ευαίσθητη περίοδο της εγκυμοσύνης, αλλά και σε όλη τη διάρκεια της ζωής, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυξημένη.

Θρόμβωση ­­­­­­­­­­και Αιμορραγία στη Μαιευτική και Γυναικολογία
 
 

 
Θρομβοφιλία / Δρ Ιωάννης Επ. Γεωργούλης / θρομβοφιλία και κύηση © 2011 | Powered by VS PANEL v.7.5.5
Made in Vertigo Studios